Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Σκιές


Σβήσε αυτή τη λάμπα.
Άσε μόνο το κερί αναμμένο.
Θέλω να βλέπω τις σκιές
να μεγαλώνουν τρεμοπαίζοντας.
Σ' εκείνη που θα αγγίξει πρώτη
το ξύλινο δοκάρι
θα της χαρίσω την πένα μου
και θα της μάθω να γράφει
τη λέξη φως με όμικρον.
Στις αιχμηρές ακίδες των ξύλων
δεν κινδυνεύουν να σκαλώσουν
τα στρογγυλά φωνήεντα.

S.O.

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Με τα πανιά φουσκωμένα


"Ένα ταξίδι χιλιάδων μιλίων αρχίζει πάντα μπροστά από τα πόδια σου. Εσύ κάνε απλά το πρώτο βήμα"

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Πειρατές

Πειρατές των αιθέρων

Ο νυχτερινός ουρανός, για κάποιους πειρατές των αιθέρων, είναι το σπίτι τους…

Πειρατές τής ασφάλτου

Μια πόλη για πάρτη του…
Ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ…
Ένας οδηγός πειρατής τής ασφάλτου: Ken Block...

Πειρατές τού βυθού

Άμα είσαι αγαπησιάρικο πλάσμα
ακόμα και τα πιο άγρια πλάσματα του σύμπαντος σε εμπιστεύονται:
Cristina Zenato (ναι, γυναίκα είναι)

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Δεμένοι στη στεριά


"Η απόλυτη ευτυχία και η γνώση εκείνου που ζητάς δε σου αφήνει ποτέ ενοχές. Ενοχές σου αφήνουν όλα εκείνα που δεν έζησες, όχι γιατί δεν μπόρεσες, αλλά γιατί φοβήθηκες τη δύναμή τους, τη μαγεία τους"

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Αιώνων ταξιδιώτης


Στάθηκε στην άκρη τού γκρεμού και στύλωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα βάφοντας πορφυρά τα διάσπαρτα σύννεφα και τις κορυφογραμμές των βουνών. Ίδια κι απαράλλαχτα όλα. Όπως τα είχε αφήσει. Τίναξε από πάνω του τη σκόνη, άπλωσε τα χέρια του σε έκταση και τέντωσε τα ρουθούνια του. Ο άνεμος χίμηξε μέσα του ορμητικός και γέμισε τα πνευμόνια του. Έκλεισε τα μάτια και έμεινε ακίνητος. Μια ώρα, δυο ώρες. Ασήμαντος ο χρόνος όταν έχεις αφήσει πίσω σου χιλιάδες χρόνια αδιάκοπης πεζοπορίας στις ερημιές τού σύμπαντος. Κάθισε οκλαδόν στο χείλος τής αβύσσου και κοίταξε προς το απέραντο βάθος της. Πόσο του έμοιαζε αυτή η άβυσσος. Χωρίς αρχή και τέλος, όπως ο ίδιος. Σχεδόν μόνα τους άνοιξαν τα χείλια του κι άρχισε να ξεχύνεται η φωνή μακρόσυρτη, απόκοσμη σχεδόν, σ' ένα τραγούδι αλλόκοτο, κάτι σαν ύμνο προς τις αόρατες επουράνιες δυνάμεις που ορίζουν κάθε ύπαρξη σε ουρανούς και πλανήτες. Πήρε να σουρουπώνει. Ο αέρας δυνάμωσε και έπιασε να λυσσομανάει. Πίσω και γύρω του είχαν μαζευτεί χιλιάδες τα πετούμενα από κάθε είδος. Είχαν καθίσει παντού. Στις πέτρες, στους θάμνους, στο χώμα. Γύρισε αργά και άρχισε να τα κοιτάζει. Ένας βασιλικός αετός πέταξε με μεγαλοπρέπεια και κάθισε στον δεξιό του ώμο. Σιγά-σιγά άρχισαν να πλησιάζουν προς το μέρος του κι άλλα πουλιά. Οι αετοί και οι γύπες παρατάχθηκαν σε σχηματισμό κι από κοντά γεράκια και κουρούνες, δημιούργησαν όλα μαζί ένα φτερωτό πέπλο πάνω στο οποίο βρέθηκε καθισμένος. Τα μικρότερα πουλιά κρεμάστηκαν στα χέρια και στα πόδια του. Και τότε το παράξενο αυτό σμήνος χτύπησε τα φτερά του και άρχισε να πετάει. Εκείνος, ακουμπώντας απαλά στα φτερά τους, ατάραχος, άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στο γνώριμο τοπίο. Πετούσαν ώρα πολλή διαγράφοντας κύκλους στην κοιλάδα κι ύστερα πήραν γραμμή να κατεβαίνουν προς την ακτή, εκεί που έσμιγε ο βράχος με τη θάλασσα στο αιώνιο γλυκοφίλημά τους. Τα πουλιά χαμήλωσαν κι ακούμπησαν στη γη. Εκείνος κατέβηκε κι αφού τα χάιδεψε με το βλέμμα του, έκανε μια κίνηση σα να πετάει μια πέτρα προς τον ουρανό και τα πουλιά σηκώθηκαν σε σειρές και χάθηκαν προς τον σκοτεινό πια όγκο των βουνών πάνω από την κοιλάδα.

Περπάτησε πάνω στα βράχια μέχρι που έφτασε σε μια σπηλιά που την είχαν σκάψει με τα χρόνια το κύμα και η αρμύρα. Ήταν η θαλασσοσπηλιά του. Εδώ κατοικούσε κάθε φορά που επέστρεφε από έναν κύκλο. Βρήκε μια επίπεδη πέτρα που την έβαζε πάντα για προσκεφάλι και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Έξω ακουγόταν η θάλασσα να βρυχάται, καθώς το αφρισμένο κύμα της αγκάλιαζε τα βράχια και τρύπωνε μέσα στη σπηλιά προκαλώντας με τον παφλασμό του έναν υπόκωφο θόρυβο. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά ούτε μέσα στη σπηλιά ούτε έξω απ' αυτήν, αφού παντού βασίλευε το σκοτάδι. Αφέθηκε στις σκέψεις του που αργά και μεθυστικά άρχισαν να τον ταξιδεύουν στα περασμένα. Στην αρχή ήταν όλα θολά και δυσδιάκριτα μα, σταδιακά άρχισαν να ξεκαθαρίζουν. Τα πρόσωπα γνώριμα κι αγαπημένα. Περνούσε ανάμεσά τους, τα άγγιζε, τους μιλούσε. Εκείνα τον άκουγαν μα δεν κατάφερναν να τον διακρίνουν, εκτός από κάτι λίγα που τα ξεχώρισε σαν εκλεκτά και κάποιες φορές στάθηκε δίπλα τους με σάρκα και οστά αφήνοντάς τα να τον αγγίξουν. Όλα όμως έδειχναν να τους είναι οικεία η παρουσία του. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά από λίγο, αυτό το είδος των πλασμάτων που ζουν εδώ, άρχισε να διακατέχεται από την ακατανίκητη επιθυμία του να αποκρυπτογραφήσει κάθε κώδικα, να εξερευνήσει κάθε χάρτη, να αποκαλύψει κάθε θαύμα που συντελείται στην παραμικρή γωνιά τού σύμπαντος. Δεν αρέσκεται να ζει και να πορεύεται με κανένα μύθο. Ουσιαστικά δεν αποδέχονται την ύπαρξη μύθων και δεν πιστεύουν στην ύπαρξη προαιώνιων μυστικών τής δημιουργίας. Θέλουν να βάλουν άμεσα το δάχτυλο στις πληγές από τα καρφιά για να πιστέψουν. Έτσι, αναλώνονται σε μια αέναη αναζήτηση, όχι εκείνων στα οποία έπρεπε να επικεντρωθούν για να συναντήσουν τη γνώση, μα απλών καθημερινών μυστικών που η αποκάλυψή τους το μοναδικό που θα μπορούσε να τους προσφέρει είναι η ικανοποίηση του γήινου εγωισμού τους. Άπλωναν τα χέρια τους στο κενό προσπαθώντας να πιαστούν από ένα κομμάτι ρούχου, από τα γένια ή από τα μαλλιά, από τις ουλές τού προσώπου, μιας οντότητας που έχασε στα βάθη τού χρόνου τα χαρακτηριστικά της και εκείνο που της έχει απομείνει για να μπορεί κάποιος να την αναγνωρίσει, είναι μόνο ένα βαθύ κομμάτι ψυχής χωρίς σώμα, δίχως σχήμα, δίχως χρώμα και χωρίς ονοματεπώνυμο. Δεν τους άρεσε καθόλου αυτό. Τι κι αν μιλούσε ωραία, τι κι αν τραγουδούσε γλυκά, τι κι αν τους έδειχνε με το δάχτυλο έναν προς έναν τούς αστερισμούς και τους αποκάλυπτε τα μυστικά τους. Εκείνοι έμεναν πεισματικά προσηλωμένοι πάνω στο τεντωμένο του δάχτυλο. Όσοι το έβλεπαν και όσοι υπέθεταν πως κάπου εκεί βρίσκεται. Ποιος ήταν αυτός ο αυθάδης που το έπαιζε παράξενος και είχε το θράσος να κινείται ανάμεσά τους χωρίς να μπορούν όλοι να τον βλέπουν και να τον αγγίζουν; Και ποιος τον όρισε να το κάνει αυτό; Μη και του το ζήτησαν οι ίδιοι και δεν το θυμούνται; Άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδιά τους. Έπρεπε να βρουν τη λύση τού μυστηρίου εδώ και τώρα. Αποφάσισαν να κάνουν ένα συμβούλιο για να ανταλλάξουν απόψεις και να χαράξουν ένα κοινό σχέδιο δράσης. Εκείνος, διαρκώς ανάμεσά τους, χωρίς να τον αντιλαμβάνονται, δεν έπαυε στιγμή να χαμογελάει με συγκατάβαση. Τους πιο τολμηρούς μάλιστα τους χάιδευε τα μαλλιά και τους παρότρυνε να συνεχίσουν. Ένας τους πέταξε μια ιδέα: "Να τον τρυπήσουμε! Αν βγάλει αίμα θα ακολουθήσουμε τις σταγόνες και θα ανακαλύψουμε πού κρύβεται"! Όλοι ενθουσιάστηκαν και άρχισαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες. "Εγώ τον είδα να πηγαίνει κατά τη θάλασσα. Άφηνε πατημασιές στην άμμο"! Αλλά υπήρξαν και μπιστικοί του που πήραν το λόγο και πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις έσπευσαν να τον απαρνηθούν: "Εγώ μίλησα μαζί του και μου εμπιστεύθηκε μυστικά του. Μπορώ να σας διηγηθώ τις λεπτομέρειες αν θέλετε"! Το βλέμμα του σκοτείνιασε. Μήπως δεν έπρεπε να επιστρέψει τόσο γρήγορα σ' αυτόν τον κόσμο; Έδιωξε τις άσχημες σκέψεις με ένα τίναγμα του κεφαλιού. Ήξερε πως είχε αφήσει πράγματα στη μέση που έπρεπε να τα τελειώσει. Άλλη ευκαιρία δεν του είχε απομείνει. Αυτό θα ήταν το τελευταίο του πέρασμα από αυτά τα μέρη. Κι αν στο μέλλον τον έβγαζε πάλι ο δρόμος του από δω τίποτα δεν θα ήταν έτσι όπως θα το άφηνε τούτη τη φορά. Τα πρόσωπα θα έχουν αλλάξει.

Πόσες ώρες να έχουν περάσει που ξαπλωμένος συλλογίζεται; Ώρες… Έτσι τον μετρούν τον χρόνο εδώ. Εκεί πάνω ο χρόνος μετριέται με στιγμές. Δεν τους τη μετέφερε αυτή τη γνώση γιατί φοβήθηκε πως θα ανακάλυπταν ότι τα έτη φωτός ισούνται με δευτερόλεπτα και θα εστίαζαν τις έρευνές τους πάνω στα νέα δεδομένα για τα διαπλανητικά ταξίδια, με αποτέλεσμα πολύ πιο σύντομα από το αναμενόμενο να αλώσουν ολόκληρο το σύμπαν, όπως έκαναν και με τον πλανήτη τους κάθε φορά που τους αποκαλυπτόταν και ένα από τα κρυμμένα μυστικά του. Ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Αν ήξεραν πόσα το μέλλον τούς επιφυλάσσει. Πόσες αναπάντεχες εκπλήξεις. Όπως συνηθίζουν να λένε και οι ίδιοι, αν ήξεραν τι έχουν να δουν τα μάτια τους, ίσως να άρχιζαν να σκέφτονται διαφορετικά.

Ξημέρωσε έξω.  Δεν κοιμήθηκε ούτε λεπτό με τόσες σκέψεις να τριγυρίζουν στο μυαλό του. Το φως άρχισε να τρυπώνει δειλά-δειλά μέσα στη σπηλιά. Σηκώθηκε και τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει. Να, σε μια άκρη διέκρινε το μπαούλο που είχε αφήσει από την προηγούμενη φορά. Το άνοιξε αποφασιστικά. Μέσα βρίσκονταν ανέπαφα όλα όσα είχε εμπιστευτεί στην θαλασοσπηλιά του για να του τα φυλάξει. Δεν αμφέβαλε καθόλου ότι θα τα κατάφερνε. Χρόνια τώρα της έχει εμπιστευτεί τα μυστικά του κι αυτή, πιστή συντρόφισσα, τα τίμησε και τα κράτησε καλά φυλαγμένα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Όταν πλησίαζαν τριγύρω ψαράδες ή εκδρομείς, σε συνεννόηση με την μεγάλη αγαπημένη του, τη θάλασσα, συνωμοτούσαν κι εκείνη σήκωνε κάτι τεράστια κύματα σαν βουνά που απειλούσαν να πνίξουν τον οποιονδήποτε περίεργο που θα τολμούσε να πλησιάσει. Τα κύματα έκρυβαν το άνοιγμα της σπηλιάς κι έτσι ποτέ κανείς δεν τα κατάφερε να την προσεγγίσει.

Βγήκε από τη σπηλιά και πλησίασε στην άκρη τού απότομου βράχου. Τέντωσε το σώμα του και τινάχτηκε μέσα στην αφρισμένη αγκαλιά τής αγαπημένης του. Αφού κολύμπησε λίγο και ξέπλυνε από πάνω του τη σκόνη τόσων αιώνων, γύρισε στη σπηλιά και άρχισε να ψάχνει μέσα στο μπαούλο. Έβγαλε πρώτα τα ρούχα που θα τον έκαναν να μη δίνει στόχο τις στιγμές που έπρεπε να είναι ορατός, για να μπορεί να κινείται με άνεση ανάμεσα από τούτο το παράξενο μα αγαπησιάρικο είδος. Ντύθηκε προσεκτικά. Μετά έβγαλε τα υπόλοιπα αξεσουάρ και άρχισε να φροντίζει τον εαυτό του. Ξύρισε τα γένια του, χτένισε τα μπερδεμένα του μαλλιά και στον καρπό τού χεριού του κούμπωσε ένα ρολόι με το οποίο πιστεύουν εδώ ότι μετράνε τον χρόνο. Είπαμε, έπρεπε να τους μοιάζει. Στο κάτω μέρος τού μπαούλου υπήρχε ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέφτη. Κοιτάχτηκε μέσα του, κύλησε τα δάχτυλα ανάμεσα από τα μαλλιά του και ξεκίνησε για ένα ακόμα πέρασμα μέσα από τις ζωές των πλασμάτων που δεν πιστεύουν στα θαύματα…

S.O.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Νυχτερινή πορεία


Μάθημα πορείας νυχτερινό

"Κι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Βατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Μόνος αλλ' όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Με κενή τη θέση στα δεξιά μου
Και ψηλά μ' ακολουθούσε ο Βέγας
Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος"

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Χάλια τα πειρατικά... χάλια...


Στο μεταξύ και για να είμαστε όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα μπορούμε, μήπως ξέρει κανείς πιο έμπειρος από εμένα πειρατής να μου πει αν αυτά τα σαπιοκάραβα διαθέτουν θερμο-σίφουνα; Καλοριφέρ; Και πώς σταδιάλα έκαναν μπάνιο οι πειρατές; Μια βδομάδα έχω να πλυθώ. Βρωμάω! Βλέπω στο κατάστρωμα ένα βαρέλι με τρύπες κλεισμένες με τάπες. Μου είπαν να το γεμίσουν με νερό και να το σηκώσουν ψηλά με την τροχαλία κι έπειτα ο λοστρόμος να βγάλει τις τάπες και να καθίσω από κάτω. Ρε δεν πάτε καλά! Κι έπειτα πώς θα ξυριστώ; Πού είναι η brown μου; Μια πρίζα δεν έχει πουθενά την ατυχία μου μέσα; Καμιά τοστιέρα έστω; Έχω λυσσάξει στην πείνα. Μου είχαν τάξει και ένα παγωτό και έμεινα με την όρεξη. Τι το ήθελα το πειρατικό; Το κέρατό μου. Δεν το σχεδίαζα το ταξίδι με Learjet που έχει και όλες τις ανέσεις; Άσε που ακόμα δεν πρόλαβα να ανοιχτώ και μου την πέσανε οι άλλοι πειρατές (οι κακοί, χε , χε) για πλιάτσικο, να κουρσέψουν τον θησαυρό και τις προμήθειες από τ' αμπάρια και μετά ήρθε και η μάγισσα κι έδωσε κακό χρησμό. Θυσία λέει, πρέπει να κάνω για να καλμάρουν οι άνεμοι αλλιώς την έβαψα. Να μου ισιώσει ο γάντζος τού ξύλινου χεριού αν την βγάλουμε καθαρή εδώ μέσα...

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Ούριος άνεμος


"Τόσο εύλογο το ακατανόητο"



"Το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση του μαύρου"



"Ποιος άφησε αυτό το λουλούδι πλάι στο τσιγάρο μου; Ίσως για να πιστέψω"



"Πλατύς επάνω ο ουρανός για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη"



"Μέσ' στον υπνόσακο των ορατών η αιχμαλωσία μου"



"Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες"


Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Άγρια νερά


Από τον βυθό ηχεί στριγκιά μια μουσική. Σαν σάλπισμα μοιάζει. Κάποιοι θρύλοι ναυτικοί μιλάνε για ένα παλιό ναυάγιο. Για κάποιον αλλοπαρμένο σαλπιγκτή που ξέμεινε στο άλμπουρο δεμένος για να μη τον παρασύρει ο καιρός, ψάχνοντας απεγνωσμένα με το κυάλι του για στεριά, να το σαλπίσει στον καπετάνιο και να γυρίσει κατά 'κει το πηδάλιο μπας και τα καταφέρουν να σωθούνε. Έμεινε, λένε, εκεί δεμένος μέχρι που το καράβι το τύλιξε στην παγωμένη αγκαλιά της η ανταριασμένη θάλασσα, αφού δεν μπόρεσε να πηδήξει στις βάρκες με τις οποίες γλίτωσε το υπόλοιπο πλήρωμα. Και κάθε φορά που περνάει καράβι από πάνω, εκείνος σαλπίζει για να το προειδοποιήσει να προσέχει τους παράξενους και άγριους καιρούς που μαστιγώνουν άξαφνα ετούτα τα αφιλόξενα νερά. Άλλοι πάλι λένε πως είναι σειρήνες που ήρθαν και φώλιασαν στο βυθισμένο κουφάρι για να προσκαλούν τα πληρώματα του κάθε καραβιού στον βυθό με το τραγούδι τους. Δεν είναι λίγοι οι ναυτικοί που τρελάθηκαν και βούτηξαν στον σκοτεινό ωκεανό. Στη δεξιά κουπαστή τής πρύμνης είναι δεμένο ένα δοχείο με κερί που γυαλίζουμε τα παραπέτα. Ας βουλώσουμε όλοι τ' αυτιά μας με δαύτο. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσουμε τούτη την κακοτοπιά.

S.O.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Μυθόβια όντα


Η νύχτα έριξε τα πέπλα της. Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι που κάνει τ' άστρα να λαμπυρίζουν παιχνιδιάρικα, απλώνοντας ανάγλυφους σχηματισμούς στου ουρανού τον ολοσκότεινο θόλο. Στο δάσος έπεσε σιωπή. Όλα τα πλάσματά του, ζώα, νεράιδες, ξωτικά, παρέμειναν ασάλευτα αλλά έχοντας σε επιφυλακή κάθε μόριο του κορμιού τους. Ένα ελαφρό αεράκι σηκώθηκε, στην αρχή απαλό και σιγά-σιγά έπιασε να δυναμώνει λυγίζοντας των δέντρων τις κορφές και κάνοντας τις φυλλωσιές να θροΐζουν. Ένας θόρυβος άρχισε να ακούγεται, μάλλον από την πλαγιά, πότε σαν ποδοβολητό ή σαν καλπασμός και πότε σαν ξερά κλαδιά που τσακίζουν κάτω από το βάρος μιας αόρατης ύπαρξης που με την παρουσία της έρχεται να χαράξει στα δύο τη νυχτερινή σιγαλιά τού δάσους. Τα πλάσματά του τέντωσαν τ' αυτιά τους και άρχισαν να οσμίζονται τον αέρα. Να, εκεί, στο ξέφωτο. Μια σκιά πλησιάζει. Είναι ένας παράξενος άντρας με κέρατα στο κεφάλι και οπλές στα πόδια. Κρατάει στα χέρια του κάτι. Έναν αυλό! Όλα τα πλάσματα με απαλά βήματα μαζεύονται γύρω του. Εκείνος ρίχνει το βλέμμα του ένα γύρο. Τα κοιτάζει ένα προς ένα μέσα στα μάτια. Ανοίγει το στόμα του και προστάζει δυνατά: "Ας χορέψουμε"!

S.O.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Μη φοβάσαι τη σιωπή


Η σιωπή είναι ταξίδι. Είναι φως και σκοτάδι ταυτόχρονα. Είναι η φύση και το τραγούδι που την συντροφεύει. Η σιωπή ακούγεται καθαρά χωρίς ποτέ να κάνει θόρυβο. Είναι η φωνή τής ψυχής μας. Η σιωπή είναι η υπογραφή τού θεού στο ημερολόγιο των ονείρων μας. Είναι η μελωδία από τις άρπες των αγγέλων του…

S.O.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

"Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο"


"Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη"

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Άνεμοι και παλίρροιες


"Ακριβά λόγια, μου είπε, όρκοι παλαιοί
που έσωσε ο Καιρός και η σίγουρη ακοή των μακρινών ανέμων"

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Συστάσεις


Είμαι ένα ημερολόγιο. Δεν έχω φύλο. Δεν έχω όνομα. Δεν έχω ηλικία. Δεν έχω προορισμό.

Έχω μόνο φίλους. Άλλα ημερολόγια. Είμαστε ακίνδυνα εμείς τα ημερολόγια. Αγαπιόμαστε μεταξύ μας και νοιαζόμαστε το ένα το άλλο. Δεν ρωτάμε. Δεν εμβαθύνουμε. Μόνο ακούμε. Ναι, αυτό ξέρουμε να το κάνουμε καλά. Ακούμε όσα θέλουν οι άλλοι να μας πουν. Έχουμε κι άλλες ικανότητες όμως. Μπορούμε να αγγίζουμε προσεκτικά με τα υποτυπώδη χέρια μας. Μπορούμε κάπου-κάπου και να χαμογελάμε. Κάποιες φορές μας πιάνει ο οίστρος και ανταλλάσσουμε όμορφες ιστορίες. Τα βράδια τραγουδάμε γύρω από τη φωτιά. Κι άλλες φορές κλεινόμαστε μέσα μας με τις ώρες και γράφουμε παραμύθια. Οι μεγάλοι μάς αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά. Μπορεί και να 'ναι η αγνότητα που χάνουν λίγο-λίγο στην προσπάθειά τους να τα βάλουν με το χρόνο που τους κυνηγά. Τα παιδιά όμως μας λατρεύουν και δεν σταματάνε στιγμή να μας το δείχνουν. Ξεχωριστή ικανότητα διαθέτουν πολλά από εμάς με τις εικόνες. Ζωγραφιές, ξύλινες μπογιές και πλαστελίνες συνθέτουν πολλές φορές έργα τέχνης μέσα από τις σελίδες μας. Και φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες. Και ταινίες. Και μουσικές.

Δεν είμαι κανενός. Είμαι ένα ημερολόγιο του εαυτού μου όπως τόσα και τόσα γύρω μας. Έρχομαι, φεύγω, επιστρέφω. Υπάρχουν φορές που χάνομαι για καιρό κι έπειτα πάλι κάποια στιγμή βρίσκω το δρόμο να γυρίσω. Εύκολα, δύσκολα, πάντως τον βρίσκω. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό είναι μεγάλη η χαρά μου που ξαναβρίσκω αγαπημένα άλλα ημερολόγια έτσι όμορφα και τρυφερά όπως τα είχα αφήσει. Ανέγγιχτα από το χρόνο. Αμόλυντα από ανθρώπινες γερασμένες ψυχές που δεν θα καταλάβουν ποτέ πώς είναι να γεννιέται κανείς ημερολόγιο. Συμπάθα με και μη μου κακιώνεις αν έρχομαι και φεύγω ξαφνικά. Στην ουσία δεν έφυγα ποτέ. Ξέρεις πώς είναι όταν κάποιος είναι αλλιώτικος. Ούτε αυτός μπορεί να συνηθίσει τα ανθρώπινα ούτε κι εκείνα τις χάρτινες παραξενιές του. Πρέπει για κάποια φεγγάρια να απομακρυνθούν.

Ξεχάστηκα περισσότερο απ' όσο έπρεπε κοντά στο τζάκι και άρχισαν να κιτρινίζουν οι άκρες μου. Να δεις που κάποια μέρα έτσι θα εξαϋλωθώ. Άλλωστε το έχουν πει στο παρελθόν άλλα, σοφότερα ημερολόγια από μένα. Το πιστό στις ιστορίες του ημερολόγιο ή από φωτιά θα πάει ή από ασταμάτητη βροχή...

S.O.